{
    "case_number": "CAC-ADREU-006499",
    "time_of_filling": null,
    "domain_names": [
        "epson-ink.eu"
    ],
    "case_administrator": "Lada Válková (Case admin)",
    "complainant": [
        "Tim Brown (EPSON Europe BV)"
    ],
    "complainant_representative": null,
    "respondent": [
        "Kaplanoglou Pantelis"
    ],
    "respondent_representative": null,
    "factual_background": "Με δικόγραφο καταγγελίας [χωρίς ημερομηνία] η προσφεύγουσα κίνησε διαδικασία ΕΕΔ κατά του καθ’ ου, την οποία το Κέντρο ΕΕΔ για το .eu παρέλαβε στις 3.5.2013. Μετά την υποβολή της σχετικής αίτησης προς την EURid, η τελευταία απάντησε στις 5.5.2013, παρέχοντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία που αφορούν στον καθ’ ου. Στις 3.6.2013 ολοκληρώθηκε ο αναγκαίος Έλεγχος Συμμόρφωσης Καταγγελίας. Η ίδια ημέρα ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας. Στις 17.7.2013 πιστοποιήθηκε από το Κέντρο ΕΕΔ η αργοπορημένη απάντηση από τον καθ’ ου. Ακολούθησε ο διορισμός της (μονομελούς) επιτροπής στις 24.7.2013.",
    "other_legal_proceedings": "Δεν υπάρχουν άλλες εκκρεμείς δίκες ή αποφάσεις που σχετίζονται με το επίδικο όνομα χώρου",
    "discussion_and_findings": "Όπως ήδη σημειώθηκε στην ενότητα «ιστορικό γεγονότων» της παρούσας, ο καθ’ ου κατέθεσε με καθυστέρηση ένσταση του άρθρου Β 3 (ζ) Κανόνων ΕΕΔ. Σύμφωνα με το άρθρο Β 3 (ζ) εδ. β'  Κανόνων ΕΕΔ, \"η   ένσταση  του  καθ’ου η  Αίτηση  εξετάζεται  από  την  Επιτροπή  κατά  την  απόλυτη  της \r\nδιακριτική  ευχέρεια  ως  μέρος  της  διαδικασίας  λήψης  απόφασης. Εάν η Επιτροπή  επιβεβαιώσει  ότι η Απάντηση είναι διοικητικά ατελής, η Επιτροπή δύναται να  επιλύσει τη διαφορά βασιζόμενη μόνο  στην Καταγγελία\".\r\nΜε γνώμονα τα ανωτέρω, η \"ένσταση\" του καθ'ου δε λαμβάνεται υπόψη για τους ακόλουθους λόγους:\r\n1.  Διότι η ένσταση συντάχθηκε όχι στη γλώσσα διαδικασίας (που είναι άλλωστε και η μητρική γλώσσα του καθ' ου η προσφυγή), αλλά στην αγγλική γλώσσα. Αν και  θα ήταν δυνατή η απόρριψη της ένστασης και μόνο για το λόγο αυτό, δηλαδή τη σύνταξη και υποβολή της σε γλώσσα άλλη από αυτή της διαδικασίας, το μέλος της Επιτροπής εξέτασε την ένσταση. Ωστόσο, το περιεχόμενο της ένστασης δεν αναφέρεται σε πιθανούς λόγους που παρεμπόδισαν τον καθ' ου στην υποβολή έγκαιρης απάντησης, αλλά ουσιαστικά βάλλει κατά της προσφυγής, χωρίς καμία αιτιολόγηση της παράλειψης του καθ' ου να ανταποκριθεί στην εμπρόθεσμη υποβολή απάντησης. Πρόκειται συνεπώς για διοικητικά ατελή απάντηση.\r\n2. Διότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το έντυπο της ένστασης θα πρέπει να εξομοιωθεί με απάντηση, η τελευταία υποβλήθηκε εκπρόθεσμα.\r\n\r\nΣυζήτηση και Πορίσματα: \r\n\r\nΕισαγωγικά πρέπει να σημειωθεί ότι έξη από τα συνολικά εννέα σχετικά της προσφυγής που επισυνάπτονται ως παραρτήματα, δεν συνοδεύονται από μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, που είναι η γλώσσα της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση. Αντίθετα, η προσφεύγουσα συμμορφώθηκε στις υποδείξεις του Κέντρου ΕΕΔ, και μετέφρασε την προσφυγή της από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα. Το μέλος της Επιτροπής θεωρεί ότι η υποχρέωση διεξαγωγής της διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς στη γλώσσα της διαδικασίας πρέπει να τηρείται τόσο για το εισαγωγικό δικόγραφο, όσο και για κάθε άλλο πρόσθετο δικόγραφο ή έγγραφο που επικαλούνται τα μέρη. Ωστόσο, με δεδομένη την εξέταση της ένστασης του καθ' ου, που συντάχθηκε και αυτή στην αγγλική γλώσσα, το μέλος της Επιτροπής θα συνεκτιμήσει τα σχετικά που επικαλείται η προσφεύγουσα για λόγους ισης μεταχείρισης των μερών. Ας μη λησμονείται άλλωστε, ότι όλα τα μέλη της Επιτροπής του Κέντρου ΕΕΔ είναι γνώστες της αγγλικής γλώσσας, και ενδεχόμενη άρνηση συνεκτίμησης και αξιολόγησης εγγράφων που έχουν προσκομιστεί στην αγγλική γλώσσα θα οδηγούσε σε υπέρμετρη καθυστέρηση επίλυσης της διαφοράς χωρίς αποχρώντα λόγο.\r\n\r\nΙ. Η ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ\r\n\r\nΣύμφωνα με το άρθρο Β 10 α των Κανόνων ΕΕΔ, η παράλειψη συμμόρφωσης προς οποιεσδήποτε προθεσμίες που καθιερώνονται από τους Κανόνες ΕΕΔ από ένα διάδικο μέρος, δεν παρεμποδίζουν την έκδοση απόφασης της Επιτροπής, η οποία «δύναται να θεωρήσει ότι η εν λόγω παράλειψη συμμόρφωσης αποτελεί βάση αποδοχής των αξιώσεων του άλλου [διάδικου] μέρους». Αντίστοιχα, το άρθρο 22 § 10 Καν. 874\/2004 ορίζει πως «η παράλειψη οιουδήποτε μέρους εμπλέκεται στη διαδικασία εναλλακτικής επίλυσης διαφορών  να απαντήσει εντός των προβλεπομένων προθεσμιών … δύναται να εκληφθεί ως λόγος αποδοχής των καταγγελιών του αντιδίκου». \r\nΣτη σχετική βιβλιογραφία έχει διατυπωθεί η γνώμη, κατά την οποία η εν λόγω διάταξη δεν πρέπει να οδηγεί αυτόματα σε έκδοση απόφασης υπέρ του προσφεύγοντος εξαιτίας της ερημοδικίας του αντιδίκου του, και αυτό διότι η ρύθμιση αναφέρεται σε δυνητική εκτίμηση της παράλειψης αντίκρουσης ως αποδοχής. Συνιστάται έτσι η εξέταση της καταγγελίας [προσφυγής] ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, και μόνο εφόσον διαπιστωθεί από την Επιτροπή η επαρκής θεμελίωσή της, καθίσταται εφικτή η έκδοση απόφασης υπέρ του προσφεύγοντος [Bettinger, Alternative Streitbeilegung für .EU, WRP 2006, 551]. \r\nΔεν προτίθεμαι να παρεκκλίνω από την προαναφερόμενη άποψη, ωστόσο πρέπει να σημειώσω πως η έννομη συνέπεια της «αποδοχής» έχει διαφορετικό περιεχόμενο στην ελληνική δικονομική επιστήμη, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 298 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, «αν γίνει αποδοχή, εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με αυτήν». Για το λόγο αυτό, και με δεδομένη τη συμμετοχή διαδίκων με έδρα \/ κατοικία εντός της ελληνικής επικράτειας, καθώς και της διεξαγωγής της διαδικασίας στην ελληνική γλώσσα, πρέπει να υπογραμμιστεί προς αποφυγή σύγχυσης πως η κατά τον Καν. 874\/2004 και τους Κανόνες ΕΕΔ νοούμενη «αποδοχή» δεν δύναται να εξομοιωθεί με τη δικονομική σημασία που αποδίδεται στην αποδοχή της αγωγής ή άλλων ενδίκων βοηθημάτων κατά το ελληνικό δίκαιο, το οποίο άλλωστε δεν τυγχάνει εφαρμογής. Συνεπώς, άμεση [δηλαδή χωρίς υπεισέλευση στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης] αποδοχή της προσφυγής δεν είναι νοητή.\r\n\r\nII. H ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΥΣΑΣ\r\n\r\nΗ προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι είναι εξουσιοδοτημένη να κινεί νομικές διαδικασίες για την προστασία των εννόμων συμφερόντων της εταιρίας Seiko EPSON Corporation, η οποία είναι η δικαιούχος επί του ελληνικού και κοινοτικού σήματος  με την ένδειξη \"EPSON\". Το δικαίωμα αυτό προκύπτει από το ιδιωτικό έγγραφο που επιγράφεται στην αγγλική γλώσσα ως \"Πληρεξούσιο\", και το οποίο επισυνάπτεται στην προσφυγή ως παράρτημα 1. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον όρο Γ (C),\"EEB is authorised and instructed by SEC to take legal action or' request administrative action in the Territory to protect the interests and property of SEC\", δηλαδή, η προσφεύγουσα εξουσιοδοτείται από την SEC να κινεί νομικές διαδικασίες στην περιοχή αρμοδιότητας της πρώτης, με στόχο την προστασία των συμφερόντων της δεύτερης. Η προσφεύγουσα παραπέμπει επιπρόσθετα στην απόφαση με αριθμό 5455 της Επιτροπής, η οποία έκανε δεκτό το Πληρεξούσιο. Ωστόσο, στην προαναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής γίνεται αναφορά σε άλλο πληρεξούσιο, το οποίο φέρει ημερομηνία 11 Ιουνίου 1991, και όχι την ή περί την 1 Μαρτίου 2003, όπως αναφέρει στην προσφυγή της η προσφεύγουσα. \r\nΤο πληρεξούσιο που προσκομίζεται ως παράρτημα 1 φέρει υπογραφή από τον γενικό διαχειριστή του νομικού τμήματος της χορηγούσας την πληρεξουσιότητα εταιρίας, ο οποιος υπογράφει στο όνομα και για λογαριασμό της. Το πληρεξούσιο δεν είναι επικυρωμένο. Πρόκειται προφανώς για το πρωτότυπο, το οποίο κατατέθηκε ηλεκτρονικά, μαζί με όλα τα άλλα σχετικά έγγραφα. \r\nΣε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο Β 7 (α), εδ. β'  Κανόνων ΕΕΔ,\"Η  Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη, αλλά έχει τη δυνατότητα, κατά την απόλυτη  της  διακριτική  ευχέρεια, να διεξάγει  τις  δικές  της  έρευνες  όσον  αφορά  τις  περιστάσεις  της υπόθεσης\". Εφαρμόζοντας τον ανωτέρω κανόνα, διαπιστώθηκε με σχετική ευκολία η λειτουργία της προσφεύγουσας ως περιφερειακής αντιπροσώπου της ιαπωνικής εταιρίας για την ευρωπαϊκή ήπειρο [βλ. http:\/\/global.epson.com\/company\/global_network\/epson_europe.html]. Έχει εξάλλου ήδη σημειωθεί στη βιβλιογραφία, ότι η επίκληση και απόδειξη ίδιου προστατευτέου συμφέροντος οικονομικής φύσης επαρκεί για την κατάφαση ενεργητικής νομιμοποίησης [Bettinger, Alternative Streitbeilegung für .EU, WRP 2006, 550, αρ. 2.2, Scheunemann, Die .eu Domain - Registrierung und Streitbeilegung, 201, με παραπομπή στην απόφαση επί της υπόθεσης 1387 - biomark.eu]. Κατά συνέπεια, και με βάση τα προαναφερόμενα, η προσφεύγουσα νομιμοποιείται στην άσκηση της παρούσας προσφυγής.\r\n\r\nIΙΙ. ΕΠΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ \r\n\r\nΗ προσφεύγουσα θεμελιώνει το δικόγραφο της προσφυγής της στην ύπαρξη προηγούμενου δικαιώματος, την πρόκληση κινδύνου σύγχυσης, την έλλειψη δικαιώματος και εννόμου συμφέροντος του καθ' ου, και τέλος, στην ύπαρξη κακής πίστης από την πλευρά του καθ’ ου. Για να γίνει δεκτή η προσφυγή κατά κατόχου ονόματος χώρου, απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων, οι οποίες πηγάζουν από τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 22 § 11, 21, και 10 § 1 Καν. 874\/2004: \r\nΑ. Ύπαρξη προηγούμενου δικαιώματος του προσφεύγοντος αναφορικά με το επίδικο όνομα χώρου, και\r\nΒ.  Κερδοσκοπική ή καταχρηστική καταχώρηση, η οποία αναγνωρίζεται ως τέτοια, όταν ο κάτοχος δεν είχε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον για την επίμαχη καταχώρηση, ή όταν η καταχώριση έλαβε χώρα ή χρησιμοποιείται κακόπιστα. \r\nΕπιπρόσθετα, η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει και τυχόν ύπαρξη καταχρηστικότητας κατά την υποβολή της προσφυγής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο Β 12 περ. η’ Κανόνων ΕΕΔ. Εκ προοιμίου σημειώνεται η έλλειψη οιασδήποτε καταχρηστικότητας στην εξεταζόμενη προσφυγή, με δεδομένο ότι από την επεξεργασία του φακέλου της διαφοράς δε στοιχειοθετείται κακή πίστη της προσφεύγουσας κατά την άσκηση της επίδικης προσφυγής. Η προσφεύγουσα με σαφήνεια εξιστορεί τους λόγους άσκησης της προσφυγής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που επιχειρούν να την τεκμηριώσουν. Η προϊστορία της προσφεύγουσας και η μακρόχρονη σύνδεσή της με το επίδικο όνομα χώρου, συνηγορούν υπέρ της καλόπιστης άσκησης της παρούσας  προσφυγής.\r\n\r\n1.  ΥΠΑΡΞΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ\r\n\r\nΚατά το άρθρο 10 § 1, ως  προηγούμενα δικαιώματα που έχουν αναγνωριστεί ή θεσπιστεί από το εθνικό ή και το κοινοτικό δίκαιο ορίζονται τα κατατεθέντα εθνικά εμπορικά σήματα και στο μέτρο που προστατεύονται από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών στα οποία κατέχονται τα μη κατατεθέντα εμπορικά σήματα,  εμπορικές επωνυμίες, εταιρικές επωνυμίες κλπ. \r\nΣτην εξεταζόμενη υπόθεση η προσφεύγουσα επικαλείται την ύπαρξη τόσο κοινοτικού, όσο και ελληνικού σήματος, και προσκομίζει για το σκοπό αυτό τα σχετικά δικαιολογητικά συνημμένα στην προσφυγή της (Παράρτημα 7), δηλαδή αντίγραφο των νομιμοποιητικών εγγράφων από το Τμήμα Κατάθεσης Σημάτων του Υπουργείο Εμπορίου, και αντίγραφο από την ψηφιακή μερίδα της στο κοινοτικό γραφείο σημάτων. \r\nΩστόσο, στο ανωτέρω πλαίσιο, πρέπει να εξεταστεί και η διατύπωση του άρθρο 10 § 2 Καν. 874\/2004, κατά την οποία «η καταχώριση με βάση προηγούμενο δικαίωμα συνίσταται στην καταχώριση ολόκληρου του ονόματος για το οποίο υφίσταται προηγούμενο δικαίωμα, όπως αναγράφεται στα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι το εν λόγω δικαίωμα υπήρχε». Από μια προσεκτική ανάγνωση του άρθρου 21 § 1 Καν. 874\/2004 διαπιστώνεται ότι γίνεται μνεία μόνο της § 1, και όχι της § 2 του άρθρου 10 του ίδιου Κανονισμού. Κατά συνέπεια, πλήρης εξομοίωση του προηγούμενου δικαιώματος με το εκζητούμενο όνομα χώρου δεν αξιώνεται στο πλαίσιο αντιδικίας προσφεύγοντος κατά κατόχου ονόματος χώρου. \r\nΤέλος, είναι απολύτως σαφές και αυταπόδεικτο πως η προσφεύγουσα επιδιώκει την προστασία του νόμου αναφορικά με εκείνο το τμήμα της επωνυμίας της που τη διακρίνει κατά κύριο λόγο στο πεδίο των συναλλαγών, το οποίο δεν είναι άλλο από την ένδειξη «EPSON», καθώς η υπολειπόμενη ένδειξη [ΙΝΚ] αποτελεί γενικού χαρακτήρα περιγραφική ένδειξη, για την οποία η Επιτροπή έχει ήδη αποφανθεί σε προγενέστερες αποφάσεις ότι δεν συμβάλλει στην αποφυγή κινδύνου σύγχυσης [Air France κατά ibiz hosting - Αριθμός υπόθεσης 04645, και Εταιρεία General Electric κατά SNNS Ltd Αριθμός υπόθεσης 05009].\r\n\r\nΜε βάση τα ανωτέρω πορίσματα, πρέπει να γίνει δεκτή η ύπαρξη προηγούμενου δικαιώματος της προσφεύγουσας.\r\n\r\n2. ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΗ – ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ\r\n\r\nΑναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της προσφυγής πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Τα άρθρα 21 § 1 Καν. 874\/2004 και Β 11 (δ) Κανόνων ΕΕΔ ρητά ορίζουν ότι μια καταχώρηση ανακαλείται ως καταχρηστική \/ κερδοσκοπική, όταν α) «καταχωρίσθηκε  από τον κάτοχο του, ο οποίος δεν έχει δικαιώματα ή έννομο συμφέρον επί του ονόματος τομέα», ή β) «καταχωρίσθηκε ή χρησιμοποιείται με κακή πίστη». Συνεπώς, η απόδειξη συνδρομής μιας από τις δύο προϋποθέσεις αποτελεί επαρκή όρο για την αποδοχή της προσφυγής.\r\nΣτην προκείμενη περίπτωση, και με δεδομένη την ερημοδικία από την πλευρά του καθ’ ου, παρά την τήρηση όλων των αναγκαίων διαδικαστικών προϋποθέσεων, κρίνεται σκόπιμη η εξέταση καταρχήν της δεύτερης προϋπόθεσης.\r\nΤο άρθρο 21 § 3 Καν. 874\/2004, και το άρθρο Β 11 (f) [στ΄ κατά την ελληνική – ανύπαρκτη στη σχετική απόδοση - αρίθμηση] των Κανόνων ΕΕΔ ορίζουν ότι η κακή πίστη του καθ’ ου είναι δυνατόν να αποδειχθεί όταν: \r\n«α) οι περιστάσεις καταδεικνύουν ότι το όνομα αποκτήθηκε με σκοπό την πώληση, την εκμίσθωση ή τη μεταβίβαση άλλως πως του ονόματος τομέα σε κάτοχο ονόματος για το οποίο έχει αναγνωριστεί ή θεσπιστεί δικαίωμα δυνάμει της εθνικής ή και της κοινοτικής νομοθεσίας, ή \r\nβ) το όνομα τομέα καταχωρίσθηκε, προκειμένου να αποτραπεί ο κάτοχος ονόματος για το οποίο έχει αναγνωριστεί ή θεσπιστεί δικαίωμα δυνάμει της εθνικής ή και της κοινοτικής νομοθεσίας να μετατρέψει το εν λόγω όνομα σε αντίστοιχο όνομα τομέα, υπό την προϋπόθεση ότι: \r\n \r\ni) η συγκεκριμένη συμπεριφορά του καταχωρίζοντος είναι δυνατόν να αποδειχθεί, ή \r\nii) το όνομα τομέα δεν χρησιμοποιήθηκε με τον ανάλογο τρόπο για δύο τουλάχιστον έτη από την ημερομηνία καταχώρισης, ή\r\niii) σε περιπτώσεις όπου, κατά τη στιγμή έναρξης της διαδικασίας ΕΕΕΔ, ο κάτοχος ονόματος τομέα για το οποίο έχει αναγνωριστεί ή θεσπιστεί δικαίωμα δυνάμει της εθνικής ή και της κοινοτικής νομοθεσίας, ή ο κάτοχος ονόματος τομέα δημοσίου φορέα έχει δηλώσει την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει το όνομα τομέα δεόντως, αλλά παραλείπει να το πράξει στο διάστημα των έξι μηνών που έπονται μετά από την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας ΕΕΕΔ»  ή \r\nγ) το όνομα τομέα καταχωρίσθηκε πρωτίστως με σκοπό την παρενόχληση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ανταγωνιστή, ή \r\nδ) το όνομα τομέα χρησιμοποιήθηκε σκοπίμως με σκοπό το εμπορικό κέρδος για να προσελκύσει χρήστες του διαδικτύου, στον ιστότοπο ή σε άλλη θέση σε απευθείας σύνδεση του κατόχου του ονόματος τομέα, δημιουργώντας πιθανότητα σύγχυσης με όνομα για το οποίο έχει αναγνωριστεί ή θεσπιστεί δικαίωμα δυνάμει της εθνικής ή και της κοινοτικής νομοθεσίας, ή με όνομα δημοσίου φορέα, πιθανότητα σύγχυσης η οποία αφορά την πηγή, τη χορηγία, την υπαγωγή ή την έγκριση του ιστοτόπου ή της θέσης ή ενός προϊόντος ή υπηρεσίας που προσφέρονται επί του ιστοτόπου ή της θέσης του κατόχου ονόματος τομέα, ή\r\nε) το όνομα τομέα που έχει καταχωριστεί είναι όνομα προσώπου για το οποίο δεν υπάρχει αποδεδειγμένη σχέση μεταξύ του καθ’ ου η Αίτηση και του ονόματος τομέα που έχει καταχωρισθεί». \r\n\r\nΑπό όλες τις περιπτώσεις των προαναφερόμενων διατάξεων αρκεί η αναφορά στην έλλειψη αποδεδειγμένης σχέσης μεταξύ του καθ’ ου και του επίμαχου ονόματος χώρου [άρθρο 21 § 3 περ. ε΄ Καν. 874\/2004 και Β 11 (στ) (5) Κανόνων ΕΕΔ]. Πράγματι, από την αντιπαραβολή της ένδειξης [epson-ink] και της εμπορικής επωνυμίας του καθ’ ου [ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΠΛΑΝΟΓΛΟΥ] κανένα απολύτως συνδετικό στοιχείο δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί, με δεδομένη και την ερημοδικία του καθ’ ου. \r\nΑπό τις ως άνω περιστάσεις αποδεικνύεται ότι ο καθ’ ού προέβη στην καταχώρηση του εν λόγω ονόματος, γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό παρακωλύει τη χρήση του ονόματος από το νόμιμο δικαιούχο με απώτερο σκοπό τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους, από ενδεχόμενη μεταγενέστερη “διαπραγμάτευση” της μεταβίβασης και πώλησής του στην καταγγέλουσα. Επιπρόσθετα, η χρήση της επίμαχης ένδειξης παρέχει αθέμιτα οφέλη στον καθ' ου από την σύνδεση της εμπορίας του με τον πραγματικό φορέα και δικαιούχο της ένδειξης EPSON.\r\n \r\nΚατόπιν των ανωτέρω, εύκολα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η καταχώριση του ονόματος www.epson-ink.eu από τον καθ’ου εμπίπτει και στις δύο ως άνω περιπτώσεις του άρθρου 21 παρ. 1 του Κανονισμού 874\/2004». \r\nΤίθεται συνεπώς το ζήτημα του βάρους απόδειξης συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 21 Καν. 874\/2004. Η διατύπωση του ελληνικού κειμένου της § 3 έχει ως εξής: «Η κακή πίστη … είναι δυνατό να αποδειχθεί όταν…». Ακολουθείται εδώ η διατύπωση του αγγλικού κειμένου «bad faith may be demonstrated» και όχι του γερμανικού [«Bösgläubigkeit liegt vor, wenn…»]. Αρωγός στη διαλεύκανση του θέματος μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και η ρύθμιση του άρθρου Β 11 (στ) Κανόνων ΕΕΔ, η οποία ορίζει ότι: «…οι ακόλουθες περιστάσεις … εάν τεθούν ενώπιον της Επιτροπής, μπορούν να αποδείξουν ότι ένα όνομα τομέα εγγράφηκε ή χρησιμοποιείται κακή τη πίστει…». Όπως ήδη έχει σημειωθεί [βλ. Bettinger, Alternative Streitbeilegung für .EU, WRP 2006, 552, και Remmertz, Alternative Dispute Resolution (ADR) – an alternative for .eu domain name disputes ?, CRi 2006, 163 επ.], αν και δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη, στο πλαίσιο της διαδικασίας ΕΕΔ ακολουθείται το εξεταστικό και όχι το συζητητικό σύστημα, με άμεσο αποτέλεσμα τη δυνατότητα λήψης πρωτοβουλιών από την πλευρά της Επιτροπής αναφορικά με την εξέταση της υπόθεσης. Στην εξεταζόμενη διαφορά είναι οφθαλμοφανής και αυταπόδεικτη η ανυπαρξία συσχετισμού της επίμαχης ένδειξης με την εμπορική επωνυμία του καθ’ ου, ο οποίος – όπως επανειλημμένα έχει σημειωθεί – δεν έλαβε νομότυπα μέρος στη διαδικασία, έτσι ώστε να αντικρούσει την αποδιδόμενη σε αυτόν κακοπιστία. Και μόνο λοιπόν από τα υπάρχοντα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας είναι εφικτή κατά την κρίση της Επιτροπής η συναγωγή ασφαλούς πορίσματος περί ανυπαρξίας οιασδήποτε σχέσης μεταξύ του καθ’ ου η προσφυγή και του καταχωρούμενου ονόματος τομέα.\r\n\r\n3. ΩΣ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΜΕΑ \r\n\r\nΜε δεδομένο ότι η προσφεύγουσα είναι εταιρεία που έχει την έδρα της εντός της επικράτειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πληρούνται καταρχήν οι όροι που τίθενται για τη μεταβίβαση του επίδικου ονόματος χώρου κατά τα άρθρα 22 § 11 εδ. β΄, περ. β΄ Καν. 874\/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 § 2 β΄ καν. 733\/2002. Συνεπώς η προσφεύγουσα παραδεκτά υποβάλλει το αίτημα μεταβίβασης, και καθώς ικανοποιεί τα γενικά κριτήρια επιλεξιμότητας για την καταχώρηση, το αίτημα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό. \r\nΘα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι στο άρθρο 22 § 11 εδ. β΄ Καν. 874\/2004 προβλέπονται δύο προϋποθέσεις: Εκτός από τα γενικά κριτήρια επιλεξιμότητας κατά το άρθρο 4 § 2 Καν. 733\/2002, απαιτείται και η υποβολή αίτησης για το επίμαχο όνομα τομέα από τον προσφεύγοντα. Την Επιτροπή απασχόλησε η ερμηνεία της εν λόγω προϋπόθεσης, καθώς από την ίδια τη διατύπωση δεν προκύπτει άμεσα το αντικείμενο της αναγραφόμενης αίτησης αλλά και ο χρόνος υποβολής της. Το αγγλικό κείμενο της ρύθμισης δεν φαίνεται να βοηθά ιδιαίτερα [«The domain name shall be transferred to the complainant if the complainant applies for this domain name»]. Αντίθετα, η γερμανική απόδοση κάνει λόγο για Registrierung, δηλαδή για αίτηση καταχώρησης ονόματος χώρου. Κατά συνέπεια προκύπτει ζήτημα ερμηνείας της αίτησης εξ αντικειμένου: Αν ακολουθήσουμε την εκδοχή του γερμανικού κειμένου, τότε το αίτημα περί μεταβίβασης της προσφεύγουσας θα έπρεπε να είχε απορριφθεί, καθώς η τελευταία δεν έχει υποβάλει αίτηση καταχώρησης, αλλά αίτημα μεταβίβασης. Αντίθετα, αν βασιστούμε στην ελληνική απόδοση, η οποία αξιώνει από τον προσφεύγοντα να «έχει υποβάλει αίτηση για το εν λόγω όνομα τομέα», χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, μπορούμε να θεωρήσουμε πως ο όρος «αίτηση» δύναται να αναφέρεται στο αίτημα περί μεταβίβασης, δεδομένο που συντρέχει στην παρούσα υπόθεση, καθώς η προσφεύγουσα έχει προβεί σε αντίστοιχο αίτημα στο δικόγραφο της προσφυγής της. \r\n\r\nΑπό την αναδίφηση στη μέχρι σήμερα υφιστάμενη νομολογία στο πλαίσιο λειτουργίας των  Κανόνων ΕΕΔ διαπιστώθηκε η απουσία οιασδήποτε ενασχόλησης ή προβληματισμού ως προς το θέμα. Μια σειρά αποφάσεων αποδέχεται σχεδόν αυτόματα το αίτημα περί μεταβίβασης, χωρίς κανενός είδους εξέταση των ειδικότερων προϋποθέσεων, αντιμετωπίζοντας το σχετικό αίτημα περίπου ως αντανακλαστική και παρεπόμενη συνέπεια της αποδοχής της αίτησης για την ανάκληση του ονόματος τομέα [βλ. αντί πολλών αποφάσεων τις αποφάσεις στις υποθέσεις 120, 387, 982, 1043, 1129, 1196, 3016, 3108, 3147, 3207, 3266, 3368, 3444, 3510, 3557, και 3641]. Μια άλλη ομάδα αποφάσεων εξετάζει το σχετικό αίτημα μόνο στη βάση της συνδρομής μιας από τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 § 2 εδ. β΄ Καν. 733\/2002, παραλείποντας οιαδήποτε αναφορά στο προαπαιτούμενο υποβολής αίτησης για το εν λόγω όνομα τομέα, που ρητά προβλέπεται στην ίδια ρύθμιση [βλ. αντί άλλων, τις αποφάσεις στις υποθέσεις 1693, 2123, 2235, 2438, 2781, 2798, 2798, 4037, 4039, 4040, 4052, και 4090]. Τέλος, μια μικρότερη ομάδα αποφάσεων φαίνεται να καταλήγει – έμμεσα – στο συμπέρασμα, ότι η εν λόγω αίτηση δεν είναι άλλη από το αίτημα περί μεταβίβασης του επίδικου ονόματος τομέα [βλ. τις αποφάσεις στις υποθέσεις 1584, 2035, 3125 και 3773]. Κοινή είναι πάντως η έννομη συνέπεια σε όλες τις προαναφερόμενες αποφάσεις: Η αποδοχή του αιτήματος περί μεταβίβασης. Κατά την κρίση της Επιτροπής, και με δεδομένη την ελληνική απόδοση της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία είναι ισοδύναμη των λοιπών γλωσσικών εκδοχών, και στην εξεταζόμενη διαφορά συνιστά τη γλώσσα της διαδικασίας, ο όρος υποβολής αίτησης για το επίδικο όνομα τομέα πρέπει να θεωρηθεί πως αναφέρεται στο αίτημα της προσφεύγουσας περί μεταβίβασης του εν λόγω ονόματος τομέα, όρος που συντρέχει στην παρούσα διαφορά.\r\n\r\nΤέλος, ένα τελευταίο ζήτημα που προκύπτει αναφορικά με το αίτημα περί μεταβίβασης του επίδικου ονόματος χώρου σχετίζεται με το δεδομένο, ότι η προσφεύγουσα θεμελίωσε την επιχειρηματολογία της στην ύπαρξη προηγούμενων δικαιωμάτων της χορηγούσας την πληρεξουσιότητα ιαπωνικής εταιρίας, ζητά όμως την μεταβίβαση του ονόματος χώρου όχι στο όνομα και για λογαριασμό της προαναφερόμενης εταιρίας, αλλά στην ίδια. \r\nΗ επιλογή αυτή προφανώς εκπορεύεται από τις αυστηρές προϋποθέσεις επιλεξιμότητας του άρθρου 4 § 2 Καν. 733\/2002, που ήδη προαναφέρθηκαν. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εξεταστεί αν η ίδια η προσφεύγουσα έχει δικαίωμα υποβολής του σχετικού αιτήματος, παρά την έλλειψη σχετικών ισχυρισμών. Σύμφωνα με το άρθρο Β 7 (α) Κανόνων ΕΕΔ, \"η Επιτροπή διεξάγει τη Διαδικασία ΕΕΔ με τέτοιο τρόπο όπως θεωρεί πρέπων  σύμφωνα με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη , αλλά έχει τη δυνατότητα, κατά την απόλυτη διακριτική της ευχέρεια, να διεξάγει τις δικές της έρευνες όσον αφορά περιστάσεις της υπόθεσης\". Από την ανάγνωση του δικογράφου της προσφυγής, σε συνδυασμό και με τις έρευνες του μέλους της Επιτροπής, προκύπτει η στοιχειοθέτηση προηγούμενων δικαιωμάτων εταιρικής επωνυμίας της προσφεύγουσας κατά το άρθρο 10 § 1 β καν. 874\/2004, καθώς φέρει ακριβώς την ίδια ένδειξη στην επωνυμία της [βλ. ανάλογη απόφανση και στην υπόθεση με αριθμό 2818 - MCCLEAN, σκέψη 14]. Επιπρόσθετα, η μεταβίβαση του ονόματος χώρου απευθείας στην προσφεύγουσα μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της χορηγηθείσας πληρεξουσιότητας, ότι δηλαδή ενσωματώνεται στην εντολή να κινήσει νομικές διαδικασίες προς διασφάλιση των εννόμων συμφερόντων της ιαπωνικής εταιρίας, καθώς η προσφεύγουσα είναι η αποκλειστική αντιπρόσωπός της στον κοινοτικό χώρο. Εξάλλου, με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η καλύτερη δυνατή προστασία των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας της ιαπωνικής εταιρίας, καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να υποβληθεί προσφυγή από την ίδια με αίτημα ανάκλησης του ονόματος χώρου, και στη συνέχεια άμεση υποβολή αίτησης εκχώρησης του ίδιου ονόματος από το Μητρώο EuRID [βλ. σχετικά την απόφαση στην υπόθεση 4478 - picmg.eu & την υπόθεση 1580 - auntminnie.eu, καθώς και Rau, Der internationale Schutz von Domainnamen und Makenrechten im Internet (2009), 257].",
    "decision": "Για όλους τους προαναφερόμενους λόγους, η Επιτροπή διατάζει, σύμφωνα με τις Παραγράφους B12 (β) και (γ) των Κανόνων, \r\n\r\nτη μεταβίβαση του ονόματος τομέα  EPSON-INK στο όνομα του Καταγγέλλοντα",
    "panelists": [
        null
    ],
    "date_of_panel_decision": "2013-08-08 00:00:00",
    "informal_english_translation": "I.      Disputed domain name: [EPSON-INK]\r\n\r\nII.     Country of the Complainant: [THE NETHERLANDS], country of the Respondent: [GREECE]\r\n\r\nIII.    Date of registration of the domain name: [21 JUNE 2012]\r\n\r\nIV.    Rights relied on by the Complainant (Art. 21 (1) Regulation (EC) No 874\/2004) on which the Panel based its decision:\r\n        1.   word trademark registered in [Greece], reg. No. [80386], for the term [EPSON], filed on [25 JULY 1985], registered on [17 MARCH 1988] in respect of goods and services in classes [7, 9, 14 & 16]\r\n        2.  word CTM, reg. No. [04147229], for the term [EPSON], filed on [29 NOVEMBER 2004], registered on [02 MARCH 2006] in respect of goods and services in classes [2, 9 & 16]\r\n       3. company name [EPSON]\r\n        \r\nV.    Response submitted: [No]\r\n\r\nVI.   Domain name is confusingly similar to the protected right\/s of the Complainant\r\n\r\nVII.  Rights or legitimate interests of the Respondent (Art. 21 (2) Regulation (EC) No 874\/2004):\r\n        1. [No]\r\n        2. Why: The Respondent has no trademark or any other rights to the disputed domain name.\r\n\r\nVIII. Bad faith of the Respondent (Art. 21 (3) Regulation (EC) No 874\/2004):\r\n        1. [Yes]\r\n        2. Why: The domain name was intentionally used to attract Internet\r\nusers, for commercial gain, to the holder of a domain name website or other on-line location, by creating a likelihood of confusion with a name on which a right is recognised or established by national and\/or Community law\r\n\r\nIX.   Other substantial facts the Panel considers relevant: The Complainant is the sole distributor and representative of the owner of the national and CTM. The Complainant has also trade and company name rights on the disputed domain name. \r\n\r\nX.    Dispute Result: [Transfer of the disputed domain name]\r\n\r\nXI.  Procedural factors the Panel considers relevant: \r\n1. No timely Response submitted.\r\n2. The written submission of the Respondent pursuant to Art. B 3 (g) ADR Rules stated no reasons for the failure to comply with the deadline for the submission of the Response.  \r\n3. Written submission was not written in the language of the proceedings. \r\n4. Six attached documents of the Complaint were not translated in the language of the proceedings.\r\n\r\nXII.  [If transfer to Complainant] Is Complainant eligible? [Yes]",
    "decision_domains": [],
    "panelist": null,
    "panellists_text": null
}