{
    "case_number": "CAC-ADREU-004450",
    "time_of_filling": null,
    "domain_names": [],
    "case_administrator": null,
    "complainant": [],
    "complainant_representative": null,
    "respondent": [],
    "respondent_representative": null,
    "factual_background": "Με δικόγραφο καταγγελίας [χωρίς ημερομηνία] η προσφεύγουσα κίνησε διαδικασία ΕΕΔ κατά του καθ’ ου, την οποία το Κέντρο ΕΕΔ για το .eu παρέλαβε στις 4.5.2007 και ώρα 13:03:36. Μετά την υποβολή της σχετικής αίτησης προς την EURid, η τελευταία απάντησε αυθημερόν, δηλαδή στις 4.5.2007, και ώρα 16:31:27, παρέχοντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία που αφορούν στον καθ’ ου. Στις 16.5.2007 ολοκληρώθηκε ο αναγκαίος Έλεγχος Συμμόρφωσης Καταγγελίας. Η ίδια ημέρα ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας. Στις 23.7.2007 πιστοποιήθηκε από το Κέντρο ΕΕΔ η παράλειψη απάντησης από τον καθ’ ου. Ακολούθησε ο διορισμός της (μονομελούς) επιτροπής.",
    "other_legal_proceedings": "Δεν υπάρχουν άλλες εκκρεμείς δίκες ή αποφάσεις που σχετίζονται με το επίδικο όνομα χώρου",
    "discussion_and_findings": "Ι. Η ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ\r\n\r\nΣύμφωνα με το άρθρο Β 10 α των Κανόνων ΕΕΔ, η παράλειψη συμμόρφωσης προς οποιεσδήποτε προθεσμίες που καθιερώνονται από τους Κανόνες ΕΕΔ από ένα διάδικο μέρος, δεν παρεμποδίζουν την έκδοση απόφασης της Επιτροπής, η οποία «δύναται να θεωρήσει ότι η εν λόγω παράλειψη συμμόρφωσης αποτελεί βάση αποδοχής των αξιώσεων του άλλου [διάδικου] μέρους». Αντίστοιχα, το άρθρο 22 § 10 Καν. 874\/2004 ορίζει πως «η παράλειψη οιουδήποτε μέρους εμπλέκεται στη διαδικασία εναλλακτικής επίλυσης διαφορών  να απαντήσει εντός των προβλεπομένων προθεσμιών … δύναται να εκληφθεί ως λόγος αποδοχής των καταγγελιών του αντιδίκου». \r\nΣτην περιορισμένη [προς το παρόν] σχετική βιβλιογραφία έχει διατυπωθεί η γνώμη, κατά την οποία η εν λόγω διάταξη δεν πρέπει να οδηγεί αυτόματα σε έκδοση απόφασης υπέρ του προσφεύγοντος εξαιτίας της ερημοδικίας του αντιδίκου του, και αυτό διότι η ρύθμιση αναφέρεται σε δυνητική εκτίμηση της παράλειψης αντίκρουσης ως αποδοχής. Συστήνεται έτσι η εξέταση της καταγγελίας [προσφυγής] ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, και μόνο εφόσον διαπιστωθεί από την Επιτροπή η επαρκής θεμελίωσή της, καθίσταται εφικτή η έκδοση απόφασης υπέρ του προσφεύγοντος [Bettinger, Alternative Streitbeilegung für .EU, WRP 2006, 551]. \r\nΔεν προτίθεμαι να παρεκκλίνω από την προαναφερόμενη άποψη, ωστόσο πρέπει να σημειώσω πως η έννομη συνέπεια της «αποδοχής» έχει διαφορετικό περιεχόμενο στην ελληνική δικονομική επιστήμη, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 298 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, «αν γίνει αποδοχή, εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με αυτήν». Για το λόγο αυτό, και με δεδομένη τη συμμετοχή διαδίκων με έδρα \/ κατοικία εντός της ελληνικής επικράτειας, καθώς και της διεξαγωγής της διαδικασίας στην ελληνική γλώσσα, πρέπει να υπογραμμιστεί προς αποφυγή σύγχυσης πως η κατά τον Καν. 874\/2004 και τους Κανόνες ΕΕΔ νοούμενη «αποδοχή» δεν δύναται να εξομοιωθεί με τη δικονομική σημασία που αποδίδεται στην αποδοχή της αγωγής ή άλλων ενδίκων βοηθημάτων κατά το ελληνικό δίκαιο, το οποίο άλλωστε - παρά το πλήθος των συνδετικών στοιχείων που διαθέτει η επίδικη διαφορά – δεν τίθεται σε εφαρμογή. Συνεπώς, άμεση [δηλαδή χωρίς υπεισέλευση στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης] αποδοχή της προσφυγής δεν είναι νοητή.  \r\n\r\nΙΙ. ΕΠΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ \r\n\r\nΗ προσφεύγουσα θεμελιώνει το δικόγραφο της προσφυγής της σε τέσσερις λόγους, και ειδικότερα, στην ύπαρξη προηγούμενου δικαιώματος, την πρόκληση κινδύνου σύγχυσης, την έλλειψη δικαιώματος και εννόμου συμφέροντος, και τέλος, στην ύπαρξη κακής πίστης από την πλευρά του καθ’ ου. Για να γίνει δεκτή η προσφυγή κατά κατόχου ονόματος χώρου [ή τομέα], απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων, οι οποίες πηγάζουν από τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 22 § 11, 21, και 10 § 1 Καν. 874\/2004: \r\nΑ. Ύπαρξη προηγούμενου δικαιώματος του προσφεύγοντος αναφορικά με το επίδικο όνομα χώρου, και\r\nΒ.  Κερδοσκοπική ή καταχρηστική καταχώρηση, η οποία αναγνωρίζεται ως τέτοια, όταν ο κάτοχος δεν είχε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον για την επίμαχη καταχώρηση, ή όταν η καταχώριση έλαβε χώρα ή χρησιμοποιείται κακόπιστα. \r\nΕπιπρόσθετα, η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει και τυχόν ύπαρξη καταχρηστικότητας κατά την υποβολή της προσφυγής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο Β 12 περ. η’ Κανόνων ΕΕΔ. Εκ προοιμίου σημειώνεται η έλλειψη οιασδήποτε καταχρηστικότητας στην εξεταζόμενη προσφυγή, με δεδομένο ότι από την επεξεργασία του φακέλου της διαφοράς δε στοιχειοθετείται κακή πίστη της προσφεύγουσας κατά την άσκηση της επίδικης προσφυγής. Η προσφεύγουσα με σαφήνεια εξιστορεί τους λόγους άσκησης της προσφυγής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που επιχειρούν να την τεκμηριώσουν. Η προϊστορία της προσφεύγουσας και η μακρόχρονη σύνδεσή της με το επίδικο όνομα χώρου σε εξωνομικό καταρχήν επίπεδο, συνηγορούν υπέρ της καλόπιστης άσκησης της παρούσας  προσφυγής.\r\n\r\n1.  ΥΠΑΡΞΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ\r\n\r\nΚατά το άρθρο 10 § 1, ως  προηγούμενα δικαιώματα που έχουν αναγνωριστεί ή θεσπιστεί από το εθνικό ή και το κοινοτικό δίκαιο ορίζονται τα κατατεθέντα εθνικά εμπορικά σήματα και στο μέτρο που προστατεύονται από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών στα οποία κατέχονται τα μη κατατεθέντα εμπορικά σήματα,  εμπορικές επωνυμίες, εταιρικές επωνυμίες κλπ. \r\nΣτην εξεταζόμενη υπόθεση η προσφεύγουσα επικαλείται την ύπαρξη επωνυμίας και διακριτικού τίτλου, και προσκομίζει για το σκοπό αυτό τα σχετικά δικαιολογητικά συνημμένα στην προσφυγή της, δηλαδή αντίγραφο του καταστατικού της. Παράλληλα, προσκομίζεται και δήλωση του με αρ. 127698 σήματος «PANATHINAIKOS F.C.» στο τμήμα κατάθεσης σημάτων του Υπουργείου Εμπορίου. \r\nΑπό την εξέταση των ανωτέρω προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα: \r\n\r\nΑ. Αναφορικά με την προσκομιζόμενη δήλωση σήματος, πρέπει να σημειωθεί πως ως δικαιούχος της εν λόγω καταχώρησης εμφανίζεται άλλη εταιρία και όχι η προσφεύγουσα. Από την ανάγνωση του φακέλου της υπόθεσης δεν προέκυψε η καθ’ οιονδήποτε τρόπο άδεια χρήσης της προαναφερόμενης ένδειξης από την προσφεύγουσα, ούτε και η ύπαρξη κάποιας σύνδεσης της δικαιούχου με αυτήν. Είναι αλήθεια πως ο συνδυασμός της ένδειξης με το σχήμα τριφυλλιού που καταχωρήθηκε παραπέμπει – τουλάχιστον στους παρεπιδημούντες εντός του ελλαδικού χώρου - συνειρμικά στην προσφεύγουσα. Ωστόσο, μια νομικά πειστική και τεκμηριωμένη σύνδεση των δύο νομικών προσώπων δεν αποδείχθηκε από την τελευταία.\r\n\r\nΒ. Αναφορικά με την επίκληση δικαιώματος επί διακριτικού τίτλου αντίστοιχου προς το επίμαχο όνομα χώρου, πρέπει να σημειωθεί ότι το ίδιο το υλικό που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν υπηρετεί τον ένδικο σκοπό της: Τόσο το καταστατικό της [άρθρο 1 § 1 και 2], όσο και η ανακοίνωση καταχώρησης στο τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. δεν μνημονεύουν το επίδικο όνομα χώρου, αλλά την ένδειξη «Π.Α.Ο. ΠΑΕ». Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι η προσφεύγουσα επέτυχε ήδη με την 4379 απόφαση του Κέντρου ΕΕΔ τη μεταβίβαση του ονόματος χώρου «PAO» σε αυτήν, αντίγραφο της οποίας προσκόμισε άλλωστε και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Και πάλι ωστόσο οφείλω να δηλώσω πως ακόμη και οι ακροθιγώς εντρυφούντες περί τα αθλητικά δρώμενα εν Ελλάδι συνδέουν την ένδειξη «ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ» ή το λατινικό λειτουργικό του ισοδύναμο – που είναι και το επίδικο όνομα χώρου – με την προσφεύγουσα. Ωστόσο, το αποδεικτικό υλικό που προσκομίζει η τελευταία δε συνηγορεί στην παραδοχή αυτή.\r\n\r\nΓ. Αναφορικά με την επίκληση δικαιώματος επί εταιρικής επωνυμίας, διαπιστώνεται τόσο στο καταστατικό όσο και στην καταχώρηση στο Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. που προσκομίζονται, η ύπαρξη της ένδειξης «ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ», ενώ στο άρθρο 1 § 2 του καταστατικού ρητά ορίζεται ότι για τις διεθνείς συναλλαγές της εταιρίας η επωνυμία θα αποδίδεται σε πιστή μετάφραση ή με λατινικά στοιχεία. Δε χωρεί αμφιβολία ούτε χρήζει ενδελεχούς γλωσσολογικής ανάλυσης ότι η λατινική απόδοση της ανωτέρω ένδειξης ταυτίζεται με το επίμαχο όνομα χώρου. Το δεδομένο αυτό έχει επανειλημμένα καταγραφεί σε πλήθος αναμετρήσεων της προσφεύγουσας στον ευρωπαϊκό χώρο, οι οποίες έτυχαν τηλεοπτικής αναμετάδοσης. Εξάλλου, αντίστοιχη απόδοση συναντά κανείς κατά κόρον στα μέσα μαζικής ενημέρωσης της αλλοδαπής, όταν γίνεται αναφορά στην προσφεύγουσα. Θα μπορούσε συνεπώς να συναχθεί ως δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι οποιαδήποτε αναφορά γίνεται σχετικά με την προσφεύγουσα από έντυπα της αλλοδαπής, καταγράφεται με τρόπο πανομοιότυπο προς αυτόν του επίδικου ονόματος χώρου. \r\nΩστόσο, στο ανωτέρω πλαίσιο, πρέπει να εξεταστεί και η διατύπωση του άρθρο 10 § 2 Καν. 874\/2004, κατά την οποία «η καταχώριση με βάση προηγούμενο δικαίωμα συνίσταται στην καταχώριση ολόκληρου του ονόματος για το οποίο υφίσταται προηγούμενο δικαίωμα, όπως αναγράφεται στα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι το εν λόγω δικαίωμα υπήρχε». Ακολουθώντας κατά γράμμα το λεκτικό της διάταξης αυτής θα καταλήγαμε στο παράδοξο πόρισμα, να δεχθούμε την ύπαρξη προηγούμενου δικαιώματος της προσφεύγουσας στην ένδειξη «ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ». Και είναι αλήθεια ότι στο παρελθόν εκδόθηκαν αρκετές αποφάσεις που απέρριψαν προσφυγές για το λόγο ότι το προηγούμενο δικαίωμα δεν αντιστοιχούσε πλήρως με το επίδικο όνομα χώρου. \r\n\r\nΣτο σημείο αυτό πρέπει να γίνουν δύο επισημάνσεις: \r\n\r\nΠρώτον, η τάση αυτή του Κέντρου ΕΕΔ παρατηρείται στις προσφυγές που ασκήθηκαν κατά απορριπτικών αποφάσεων του Μητρώου από αιτούντες τη σχετική καταχώριση, πρόκειται δηλαδή για αποφάσεις που εκδόθηκαν στη βάση εντελώς διαφορετικών πραγματικών περιστατικών, και οι οποίες δεν μπορούν έτσι να συνεκτιμηθούν έστω και κατ’ αναλογία Δικαίου. \r\n\r\nΔεύτερον, από μια προσεκτική ανάγνωση του άρθρου 21 § 1 Καν. 874\/2004 διαπιστώνεται ότι γίνεται μνεία μόνο της § 1, και όχι της § 2 του άρθρου 10 του ίδιου Κανονισμού. Κατά συνέπεια, πλήρης εξομοίωση του προηγούμενου δικαιώματος με το εκζητούμενο όνομα χώρου δεν αξιώνεται στο πλαίσιο αντιδικίας προσφεύγοντος κατά κατόχου ονόματος χώρου. \r\n\r\nΤέλος, είναι απολύτως σαφές και αυταπόδεικτο πως η προσφεύγουσα επιδιώκει την προστασία του νόμου αναφορικά με εκείνο το τμήμα της επωνυμίας της που τη διακρίνει κατά κύριο λόγο στο πεδίο των συναλλαγών, το οποίο δεν είναι άλλο από την ένδειξη «ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ», καθώς οι λοιπές λέξεις που απαρτίζουν την επωνυμία της αποτελούν είτε γενικού χαρακτήρα περιγραφικές ενδείξεις [ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ] είτε υποχρεωτικά εκ του νόμου συστατικά στοιχεία της [ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ].\r\nΜε βάση τα ανωτέρω πορίσματα, πρέπει να γίνει δεκτή η ύπαρξη προηγούμενου δικαιώματος της προσφεύγουσας.\r\n\r\n2. ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΗ – ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ\r\n\r\nΑναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της προσφυγής πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Τα άρθρα 21 § 1 Καν. 874\/2004 και Β 11 (δ) Κανόνων ΕΕΔ ρητά ορίζουν ότι μια καταχώρηση ανακαλείται ως καταχρηστική \/ κερδοσκοπική, όταν α) «καταχωρίσθηκε  από τον κάτοχο του, ο οποίος δεν έχει δικαιώματα ή έννομο συμφέρον επί του ονόματος τομέα», ή β) «καταχωρίσθηκε ή χρησιμοποιείται με κακή πίστη». Συνεπώς, η απόδειξη συνδρομής μιας από τις δύο προϋποθέσεις αποτελεί επαρκή όρο για την αποδοχή της προσφυγής.\r\nΣτην προκείμενη περίπτωση, και με δεδομένη την ερημοδικία από την πλευρά του καθ’ ου, παρά την τήρηση όλων των αναγκαίων διαδικαστικών προϋποθέσεων, κρίνεται για λόγους οικονομίας  σκόπιμη η εξέταση καταρχήν της δεύτερης προϋπόθεσης.\r\nΤο άρθρο 21 § 3 Καν. 874\/2004, και το άρθρο Β 11 (f) [στ΄ κατά την ελληνική – ανύπαρκτη στη σχετική απόδοση - αρίθμηση] των Κανόνων ΕΕΔ ορίζουν ότι η κακή πίστη του καθ’ ου είναι δυνατόν να αποδειχθεί όταν: \r\n«α) οι περιστάσεις καταδεικνύουν ότι το όνομα αποκτήθηκε με σκοπό την πώληση, την εκμίσθωση ή τη μεταβίβαση άλλως πως του ονόματος τομέα σε κάτοχο ονόματος για το οποίο έχει αναγνωριστεί ή θεσπιστεί δικαίωμα δυνάμει της εθνικής ή και της κοινοτικής νομοθεσίας, ή \r\nβ) το όνομα τομέα καταχωρίσθηκε, προκειμένου να αποτραπεί ο κάτοχος ονόματος για το οποίο έχει αναγνωριστεί ή θεσπιστεί δικαίωμα δυνάμει της εθνικής ή και της κοινοτικής νομοθεσίας να μετατρέψει το εν λόγω όνομα σε αντίστοιχο όνομα τομέα, υπό την προϋπόθεση ότι: \r\n \r\ni) η συγκεκριμένη συμπεριφορά του καταχωρίζοντος είναι δυνατόν να αποδειχθεί, ή \r\nii) το όνομα τομέα δεν χρησιμοποιήθηκε με τον ανάλογο τρόπο για δύο τουλάχιστον έτη από την ημερομηνία καταχώρισης, ή\r\niii) σε περιπτώσεις όπου, κατά τη στιγμή έναρξης της διαδικασίας ΕΕΕΔ, ο κάτοχος ονόματος τομέα για το οποίο έχει αναγνωριστεί ή θεσπιστεί δικαίωμα δυνάμει της εθνικής ή και της κοινοτικής νομοθεσίας, ή ο κάτοχος ονόματος τομέα δημοσίου φορέα έχει δηλώσει την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει το όνομα τομέα δεόντως, αλλά παραλείπει να το πράξει στο διάστημα των έξι μηνών που έπονται μετά από την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας ΕΕΕΔ»  ή \r\nγ) το όνομα τομέα καταχωρίσθηκε πρωτίστως με σκοπό την παρενόχληση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ανταγωνιστή, ή \r\nδ) το όνομα τομέα χρησιμοποιήθηκε σκοπίμως με σκοπό το εμπορικό κέρδος για να προσελκύσει χρήστες του διαδικτύου, στον ιστότοπο ή σε άλλη θέση σε απευθείας σύνδεση του κατόχου του ονόματος τομέα, δημιουργώντας πιθανότητα σύγχυσης με όνομα για το οποίο έχει αναγνωριστεί ή θεσπιστεί δικαίωμα δυνάμει της εθνικής ή και της κοινοτικής νομοθεσίας, ή με όνομα δημοσίου φορέα, πιθανότητα σύγχυσης η οποία αφορά την πηγή, τη χορηγία, την υπαγωγή ή την έγκριση του ιστοτόπου ή της θέσης ή ενός προϊόντος ή υπηρεσίας που προσφέρονται επί του ιστοτόπου ή της θέσης του κατόχου ονόματος τομέα, ή\r\nε) το όνομα τομέα που έχει καταχωριστεί είναι όνομα προσώπου για το οποίο δεν υπάρχει αποδεδειγμένη σχέση μεταξύ του καθ’ ου η Αίτηση και του ονόματος τομέα που έχει καταχωρισθεί». \r\n\r\nΑπό όλες τις περιπτώσεις των προαναφερόμενων διατάξεων αρκεί η αναφορά στην έλλειψη αποδεδειγμένης σχέσης μεταξύ του καθ’ ου και του επίμαχου ονόματος χώρου [άρθρο 21 § 3 περ. ε΄ Καν. 874\/2004 και Β 11 (στ) (5) Κανόνων ΕΕΔ]. Πράγματι, από την αντιπαραβολή της ένδειξης [panathinaikos] και της εμπορικής επωνυμίας του καθ’ ου [ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ] κανένα απολύτως συνδετικό στοιχείο δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί, με δεδομένη και την ερημοδικία του καθ’ ου. Εξάλλου, η αναφορά της διάταξης σε «όνομα προσώπου» καλύπτει τόσο τα φυσικά όσο και τα νομικά πρόσωπα, του νόμου μη διακρίνοντος. Πρέπει πάντως να επισημανθεί πως η προσφεύγουσα δεν εκθέτει ειδικά και εμπεριστατωμένα τους λόγους πιθανής συνδρομής της εν λόγω προϋπόθεσης. Ειδικότερα, στο σχετικό κεφάλαιο της προσφυγής [κακή πίστη] η προσφεύγουσα αναφέρει τα ακόλουθα:\r\n«Από την παράθεση των ως άνω γεγονότων, έχει καταστεί σαφές ότι το όνομα ‘PANATHINAIKOS’ έχει συνδεθεί και παραπέμπει στην ποδοσφαιρική ομάδα του Παναθηναϊκού από το 1924. Κατά συνέπεια, η καταχώριση του ονόματος www.panathinaikos.eu δεν μπορεί παρά να έγινε καταχρηστικά και σε αντίθεση με τις αρχές της καλής πίστης, καθώς ο καθ’ ου γνώριζε ότι η καταχώριση του υπό κρίση ονόματος παραβιάζει τα προηγούμενα δικαιώματα της καταγγέλουσας. \r\n \r\nΑπό τις ως άνω περιστάσεις αποδεικνύεται ότι ο καθ’ ού προέβη στην καταχώρηση του εν λόγω ονόματος γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό παρακωλύει τη χρήση του ονόματος από το νόμιμο δικαιούχο με απώτερο σκοπό τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους, από ενδεχόμενη μεταγενέστερη “διαπραγμάτευση” της μεταβίβασης και πώλησής του στην καταγγέλουσα. \r\n \r\nΚατόπιν των ανωτέρω, εύκολα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η καταχώριση του ονόματος www.panathinaikos.eu από τον καθ’ου εμπίπτει και στις δύο ως άνω περιπτώσεις του άρθρου 21 παρ. 1 του Κανονισμού 874\/2004». \r\nΤίθεται συνεπώς το ζήτημα του βάρους απόδειξης περί τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 21 Καν. 874\/2004. Η διατύπωση του ελληνικού κειμένου της § 3 έχει ως εξής: «Η κακή πίστη … είναι δυνατό να αποδειχθεί όταν…». Ακολουθείται εδώ η διατύπωση του αγγλικού κειμένου «bad faith may be demonstrated» και όχι του γερμανικού [«Bösgläubigkeit liegt vor, wenn…»]. Αρωγός στη διαλεύκανση του θέματος μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και η ρύθμιση του άρθρου Β 11 (στ) Κανόνων ΕΕΔ, η οποία ορίζει ότι: «…οι ακόλουθες περιστάσεις … εάν τεθούν ενώπιον της Επιτροπής, μπορούν να αποδείξουν ότι ένα όνομα τομέα εγγράφηκε ή χρησιμοποιείται κακή τη πίστει…». Όπως ήδη έχει σημειωθεί [βλ. Bettinger, Alternative Streitbeilegung für .EU, WRP 2006, 552, και Remmertz, Alternative Dispute Resolution (ADR) – an alternative for .eu domain name disputes ?, CRi 2006, 163 επ.], αν και δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη, στο πλαίσιο της διαδικασίας ΕΕΔ ακολουθείται το εξεταστικό και όχι το συζητητικό σύστημα, με άμεσο αποτέλεσμα τη δυνατότητα λήψης πρωτοβουλιών από την πλευρά της Επιτροπής αναφορικά με την εξέταση της υπόθεσης. Στην εξεταζόμενη διαφορά είναι οφθαλμοφανής και αυταπόδεικτη η ανυπαρξία συσχετισμού της επίμαχης ένδειξης με την εμπορική επωνυμία του καθ’ ου, ο οποίος – όπως επανειλημμένα έχει σημειωθεί – δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία, έτσι ώστε να αντικρούσει την αποδιδόμενη σε αυτόν κακοπιστία. Και μόνο λοιπόν από τα υπάρχοντα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας είναι εφικτή κατά την κρίση της Επιτροπής η συναγωγή ασφαλούς πορίσματος περί ανυπαρξίας οιασδήποτε σχέσης μεταξύ του καθ’ ου η προσφυγή και του καταχωρούμενου ονόματος τομέα.\r\n\r\n3. ΩΣ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΜΕΑ \r\n\r\nΜε δεδομένο ότι η προσφεύγουσα είναι εταιρεία που έχει την έδρα της εντός της επικράτειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πληρούνται καταρχήν οι όροι που τίθενται για τη μεταβίβαση του επίδικου ονόματος χώρου κατά τα άρθρα 22 § 11 εδ. β΄, περ. β΄ Καν. 874\/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 § 2 β΄ καν. 733\/2002. Συνεπώς η προσφεύγουσα παραδεκτά υποβάλλει το αίτημα μεταβίβασης, και καθώς ικανοποιεί τα γενικά κριτήρια επιλεξιμότητας για την καταχώρηση, το αίτημα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό. \r\nΘα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι στο άρθρο 22 § 11 εδ. β΄ Καν. 874\/2004 προβλέπονται δύο προϋποθέσεις: Εκτός από τα γενικά κριτήρια επιλεξιμότητας κατά το άρθρο 4 § 2 Καν. 733\/2002, απαιτείται και η υποβολή αίτησης για το επίμαχο όνομα τομέα από τον προσφεύγοντα. Την Επιτροπή απασχόλησε η ερμηνεία της εν λόγω προϋπόθεσης, καθώς από την ίδια τη διατύπωση δεν προκύπτει άμεσα το αντικείμενο της αναγραφόμενης αίτησης αλλά και ο χρόνος υποβολής της. Το αγγλικό κείμενο της ρύθμισης δεν φαίνεται να βοηθά ιδιαίτερα [«The domain name shall be transferred to the complainant if the complainant applies for this domain name»]. Αντίθετα, η γερμανική απόδοση κάνει λόγο για Registrierung, δηλαδή για αίτηση καταχώρησης ονόματος χώρου. Κατά συνέπεια προκύπτει ζήτημα ερμηνείας της αίτησης εξ αντικειμένου: Αν ακολουθήσουμε την εκδοχή του γερμανικού κειμένου, τότε το αίτημα περί μεταβίβασης της προσφεύγουσας θα έπρεπε να είχε απορριφθεί, καθώς η τελευταία δεν έχει υποβάλει αίτηση καταχώρησης, αλλά αίτημα μεταβίβασης. Αντίθετα, αν βασιστούμε στην ελληνική απόδοση, η οποία αξιώνει από τον προσφεύγοντα να «έχει υποβάλει αίτηση για το εν λόγω όνομα τομέα», χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, μπορούμε να θεωρήσουμε πως ο όρος «αίτηση» δύναται να αναφέρεται στο αίτημα περί μεταβίβασης, δεδομένο που συντρέχει στην παρούσα υπόθεση, καθώς η προσφεύγουσα έχει προβεί σε αντίστοιχο αίτημα στο δικόγραφο της προσφυγής της. \r\n\r\nΑπό την αναδίφηση στη μέχρι σήμερα υφιστάμενη νομολογία στο πλαίσιο λειτουργίας των  Κανόνων ΕΕΔ διαπιστώθηκε η απουσία οιασδήποτε ενασχόλησης ή προβληματισμού ως προς το θέμα. Μια σειρά αποφάσεων αποδέχεται σχεδόν αυτόματα το αίτημα περί μεταβίβασης, χωρίς κανενός είδους εξέταση των ειδικότερων προϋποθέσεων, αντιμετωπίζοντας το σχετικό αίτημα περίπου ως αντανακλαστική και παρεπόμενη συνέπεια της αποδοχής της αίτησης για την ανάκληση του ονόματος τομέα [βλ. αντί πολλών αποφάσεων τις αποφάσεις στις υποθέσεις 120, 387, 982, 1043, 1129, 1196, 3016, 3108, 3147, 3207, 3266, 3368, 3444, 3510, 3557, και 3641]. Μια άλλη ομάδα αποφάσεων εξετάζει το σχετικό αίτημα μόνο στη βάση της συνδρομής μιας από τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 § 2 εδ. β΄ Καν. 733\/2002, παραλείποντας οιαδήποτε αναφορά στο προαπαιτούμενο υποβολής αίτησης για το εν λόγω όνομα τομέα, που ρητά προβλέπεται στην ίδια ρύθμιση [βλ. αντί άλλων, τις αποφάσεις στις υποθέσεις 1693, 2123, 2235, 2438, 2781, 2798, 2798, 4037, 4039, 4040, 4052, και 4090]. Τέλος, μια μικρότερη ομάδα αποφάσεων φαίνεται να καταλήγει – έμμεσα – στο συμπέρασμα, ότι η εν λόγω αίτηση δεν είναι άλλη από το αίτημα περί μεταβίβασης του επίδικου ονόματος τομέα [βλ. τις αποφάσεις στις υποθέσεις 1584, 2035, 3125 και 3773]. Κοινή είναι πάντως η έννομη συνέπεια σε όλες τις προαναφερόμενες αποφάσεις: Η αποδοχή του αιτήματος περί μεταβίβασης. Κατά την κρίση της Επιτροπής, και με δεδομένη την ελληνική απόδοση της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία είναι ισοδύναμη των λοιπών γλωσσικών εκδοχών, και στην εξεταζόμενη διαφορά συνιστά τη γλώσσα της διαδικασίας, ο όρος υποβολής αίτησης για το επίδικο όνομα τομέα πρέπει να θεωρηθεί πως αναφέρεται στο αίτημα της προσφεύγουσας περί μεταβίβασης του εν λόγω ονόματος τομέα, όρος που συντρέχει στην παρούσα διαφορά.",
    "decision": "Για όλους τους προαναφερόμενους λόγους, η Επιτροπή διατάζει, σύμφωνα με τις Παραγράφους B12 (β) και (γ) των Κανόνων, \r\n\r\nτην ακύρωση της απόφασης του EURID\r\n\r\nτη μεταβίβαση του ονόματος τομέα  PANATHINAIKOS στο όνομα του Καταγγέλλοντα",
    "panelists": [
        null
    ],
    "date_of_panel_decision": "2007-08-27 00:00:00",
    "informal_english_translation": "1.\tFor the purposes of Article 21 § 1 of Regulation 874\/2004, the definition of a prior right emanates from Art. 10 § 1 of the same Regulation. Hence, a complete resemblance between a prior right and the disputed domain name [as provided by Art. 10 § 2 Reg. 874\/2004] is not necessary in the case of a procedure against a domain holder, especially when this prior right consists of descriptive indications and \/ or words which the owner is bound to add by statute. In the case at hand, the disputed domain name “panathinaikos” is a part of the complainant’s prior right “Panathinaikos Athletic Club – Football Société Anonyme”, whereas the words “Athletic Club” are purely descriptive, and the words “Football Société Anonyme” is a binding indication stipulated by Greek legal statutes.\r\n2.\tFor the purposes of Art. 21 § 5 Reg. 874\/2004, a personal name can also be the name of a legal entity. \r\n3.\tFor the purposes of Art. 22 § 11 Reg. 874\/2004, a domain name may be transferred, if the complainant applies for this domain name and satisfies the general eligibility criteria set out in Article 4(2)(b) of Regulation (EC) No 733\/2002. Both requirements are necessary in order to proceed with the transfer, and must be verified by the Panel.",
    "decision_domains": [],
    "panelist": null,
    "panellists_text": null
}